Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ω γη της Βοιωτίας που σε φέγγει ο άνεμος / Τι γίνηκεν η ορχήστρα των γυμνών χεριών κάτω απ' τ' ανάχτορα ...

Απομεινάρια από το ναό του Διός στη Λιβαδειά
ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ


Εδώ που η έρημη ματιά φυσάει τις πέτρες και τ' αθάνατα

Εδώ που ακούγονται βαθιά τα βήματα του χρόνου

Που ανοίγουνε μεγάλα σύννεφα χρυσά εξαφτέρυγα

Πάνω από τη μετόπη τ' ουρανού

Πες μου από που ξεκίνησε η αιωνιότητα

Πες μου ποιο το σημάδι που πονείς

Και ποιο το ριζικό της ελεμίνθας



Ω γη της Βοιωτίας που σε φέγγει ο άνεμος

Τι γίνηκεν η ορχήστρα των γυμνών χεριών κάτω απ' τ' ανάχτορα

Το έλεος που ανέβαινε σαν ιερός καπνός

Που είναι οι πύλες με τ' αρχαία πουλιά που τραγουδούσαν

Κι η κλαγγή που ξημέρωνε τη φρίκη των λαών

Όταν ο ήλιος έμπαινε σαν θρίαμβος

Όταν η μοίρα σπάραζε στη λόγχη της καρδιάς

Κι άναβαν τα εμφύλια κελαηδίσματα

Τι γίνηκαν οι αθάνατες μάρτιες σπονδές

Οι ελληνικές γραμμές μες στο νερό της χλόης



Λαβώθηκαν τα μέτωπα κι οι αγκώνες

Ο χρόνος από τον πολύ ουρανό κύλησε ρόδινος

Οι άνθρωποι προχωρήσανε

Γεμάτοι οδύνη και όνειρο

Στυφή μορφή! Εξευγενισμένη από τον άνεμο

Θύελλας καλοκαιρινής που τα πυρρόξανθα ίχνη

Αφήνει στις γραμμές των λόφων και των αετών

Στις γραμμές της παλάμης σου του πεπρωμένου



Τι ξέρεις ν' αντικρίζεις και τι ξέρεις να φορείς

Ντυμένη από τη μουσική των χόρτων και πως προχωρείς

Μέσα απ' τα ρείκια ή τις αλισφακιές

Στο τελικό σημείο του βέλους



Σ' αυτό το κοκκινόχωμα της Βοιωτίας

Μέσα στων βράχων το ερημικό εμβατήριο

Θ' ανάψεις τα χρυσά δεμάτια της φωτιάς

Θα ξεριζώσεις την κακή καρποφορία της θύμησης

Θ' αφήσεις μια πικρή ψυχή στην άγρια μέντα!


Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Δίστομο: Πολιτικές εκβιασμού διαχρονικά από την Γερμανία για εγκληματίες Πολέμου, αποζημιώσεις. Η ομιλία της Δέσποινας - Γεωργίας Κωνσταντινάκου


Δίστομο: Πολιτικές εκβιασμού διαχρονικά από την Γερμανία για εγκληματίες Πολέμου, αποζημιώσεις.
Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
Το δριμύ ψύχος, η απειλή - εκείνες τις ώρες- για τον επερχόμενο χιονιά, δεν στάθηκαν εμπόδιο στην προσέλευση του κοινού για την εκδήλωση στο ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΥΜΑΤΩΝ ΝΑΖΙΣΜΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ η οποία εστέφθη από εξαιρετική επιτυχία! 
Δεν ήταν μόνο η ανταπόκριση συμπατριωτών από το Δίστομο (όπως και από την Λιβαδειά, Αντίκυρα,  Στείρι,  Παραλία/Άσπρα Σπίτια, Ορχομενό), αλλά και από την ποιότητα των ομιλιών και το διάλογο που ακολούθησε πάνω στο βιβλίο της Δρ Νεότερης Ιστορίας Δέσποινας -Γεωργίας Κωνσταντινάκου με τίτλο ''Πολεμικές οφειλές και εγκληματίες πολέμου στην Ελλάδα - Ψάχνοντας την ηθική και υλική δικαίωση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο''.
Η συγγραφέας και η Χριστίνα Ι. Σταμούλη, Νομικός και Διαμεσολαβήτρια, κατάφεραν να δώσουν με απλή γλώσσα και σαφήνεια ένα πλούσιο σε πτυχές και δεδομένα θέμα που καθήλωσε το ακροατήριο Η κ. Κωνσταντινάκου ανέπτυξε, λεπτομερώς, την εξέλιξη των ελληνογερμανικών σχέσεων, από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια έως το 1990, αναφορικά με τη δίωξη - ή για την ακρίβεια μη δίωξη- των εγκληματιών πολέμου που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Εξήγησε πώς η δημοκρατική μεταπολεμική Γερμανία πέτυχε, εφαρμόζοντας μεταξύ άλλων και πολιτικές εκβιασμού να εξασφαλίσει την απελευθέρωση των κρατούμενων Γερμανών εγκληματιών. Επίσης εξήγησε πώς οι διεθνοπολιτικές σχέσεις, μεταξύ των δύο χωρών επηρέασαν, ευθύς εξ αρχής και για όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, τη δυνατότητα έναρξης διαπραγματεύσεων για το θέμα των οφειλόμενων πολεμικών επανορθώσεων. Ανέφερε συγκεκριμένα παραδείγματα υποδίκων και καταδικασμένων από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές και ποιος ήταν ο χειρισμός που επιφυλάχθηκε σε περιπτώσεις όπως του, εκ των υπευθύνων της Σφαγής του Διστόμου, λοχαγού των SS Heins Zabel, του Σφαγέα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, Μαξιμίλιαν Μέρτεν καθώς και του επικεφαλής του Φρουρίου Κρήτης λοχαγού Αντρέ.
Η κ. Σταμούλη από την πλευρά της εξήγησε παραστατικά την πορεία που ακολούθησε η υπόθεση της διεκδίκησης πολεμικών επανορθώσεων και, ιδιαίτερα των ατομικών αποζημιώσεων των δικαιούχων από την τραγική Σφαγή του Διστόμου από το 1990 μέχρι σήμερα. Ενημέρωσε με λεπτομέρειες το Διστομίτικο - και λοιπό - ακροατήριο για τις διαδικασίες που έχουν λάβει χώρα στην Ιταλία και για το αύριο της υποθέσεως αυτής. Έκανε σαφές ότι οι διαδικασίες αυτές, συνεχίζονται και ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε ποια ακριβώς θα είναι η εξέλιξη, καθώς μέχρι τώρα έχουμε ζήσει επανειλημμένες ανατροπές. Τέλος τόνισε ότι οι επισκέψεις νέων στη Γερμανία, που οργανώνονται με ή χωρίς γερμανικές χρηματοδοτήσεις μπορούν να αποβούν επικίνδυνες και για το λόγο αυτό, γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να διατηρούν υψηλό βαθμό εγρήγορσης και να ενημερώνουν τους νέους αμερόληπτα για όλες τις πτυχές της υπόθεσης αυτής.
Τόσο ο Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Μουσείου Θανάσης Πανουργιάς , όσο και το μέλος της ΔΕ - και συντονιστής της εκδήλωσης- δημοσιογράφος Λουκάς Δημάκας, ενημέρωσαν για το νέο εξωστρεφές πρόγραμμα που εφαρμόζει το Μουσείο με στόχο να έχει παρουσία μέσω δράσεων όλο το έτος και πέραν του Διστόμου, αλλά και για τις ενέργειες για την θεσμική κατοχύρωση του Μουσείου από την Πολιτεία. 


Η ομιλία της Δέσποινας - Γεωργίας Κωνσταντινάκου
Το αίτημα για ηθική και υλική δικαίωση των τεράστιων απωλειών και καταστροφών που υπέστη η Ελλάδα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εκδηλώθηκε ήδη μεσούντος του πολέμου, με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο, να συλλέγει στοιχεία για τις βιαιότητες των δυνάμεων κατοχής, τα οποία σκόπευε να χρησιμοποιήσει ως αποδείξεις όταν θα έφτανε η ώρα του επιμερισμού των ευθυνών. Παρά τις αγαθές προθέσεις όμως το εγχείρημα αποδείχθηκε δύσκολο. Στο διαλυμένο από την τετράχρονη κατοχή κράτος δεν υπήρχαν οι δομές και η οργάνωση που θα μπορούσαν να στηρίξουν την τεκμηριωμένη προβολή των καταστροφών και κατ’ επέκταση των διεκδικήσεων.
Η Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ να προβεί σε μία επίσημη, συνολική αποτίμηση των ζημιών που προκλήθηκαν στην οικονομία και τον πληθυσμό, ενώ υπήρξε μία από τις τελευταίες χώρες που ίδρυσε Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου μόλις τον Ιούνιο του 1945, και μόνο μετά την προειδοποίηση των Συμμάχων πως χωρίς την ύπαρξη Γραφείου δεν θα μπορούσε να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός και η ποινική δίωξη των ατόμων που κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου. Το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο ήταν αρμόδιο για την συγκέντρωση και αξιολόγηση αποδεικτικού υλικού, το οποίο θα αποστελλόταν στις συμμαχικές αρχές, που θα προχωρούσαν στον εντοπισμό και την παράδοση των καταζητούμενων για να δικαστούν από την ελληνική δικαιοσύνη. Ξεπερνώντας τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπο, το Ελληνικό Γραφείο ύστερα από φιλότιμες προσπάθειες κατάφερε να παραδώσει στις Συμμαχικές αρχές καταλόγους με ονόματα καταζητούμενων. Ύστερα από αξιολόγηση των στοιχείων, οι Σύμμαχοι ενέκριναν την εγγραφή 1127 ατόμων στις λίστες των εγκληματιών πολέμου. Από αυτούς 470 ήταν Γερμανοί, 242 Ιταλοί, 410 Βούλγαροι και 5 Αλβανοί. Οι αιτήσεις παράδοσης έπεσαν όμως στο κενό καθώς οι κατηγορούμενοι στην συντριπτική πλειοψηφία τους δεν ήταν δυνατό να εντοπισθούν. Οι Ιταλοί και Βούλγαροι που οδηγήθηκαν στα ελληνικά δικαστήρια είχαν συλληφθεί είτε από τον ΕΛΑΣ είτε από τις ελληνικές αστυνομικές αρχές, ενώ οι λίγοι Γερμανοί που παραδόθηκαν για να δικαστούν προέρχονταν κυρίως από βρετανικά στρατόπεδα στην Μέση Ανατολή όπου ήταν πιο εύκολη η εξακρίβωση των στοιχείων των κρατουμένων.
Οι δίκες των Γερμανών υπηκόων που κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου ξεκίνησαν στα τέλη του 1946. Οι πρώτοι που οδηγήθηκαν στα ελληνικά δικαστήρια ήταν οι στρατηγοί της Κρήτης Bruno Bräuer και Friedrich Müller, που κατηγορούνταν μεταξύ άλλων για εκτελέσεις, εκτοπισμούς, λεηλασίες, εμπρησμούς. Η δίκη τελείωσε με την καταδίκη των δύο Γερμανών σε θάνατο και την εκτέλεσή τους στο Χαϊδάρι στις 20 Μαΐου 1947, ανήμερα της επετείου της Μάχης της Κρήτης. Την ίδια τύχη είχε και ο επόμενος Γερμανός που δικάστηκε από ελληνικά δικαστήρια, ο επιλοχίας Fritz Schubert, ο οποίος κατά γενική ομολογία αποτελούσε μια από τις «πλέον ειδεχθείς μορφές» των γερμανικών Δυνάμεων Κατοχής, και κατηγορούταν για εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη και τη Μακεδονία. Στους υπόλοιπους Γερμανούς επιβλήθηκαν μικρές μόνο ποινές ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξαν και αθωωτικές αποφάσεις ακόμα και για άτομα που κατηγορούνταν για διάπραξη φόνων και βασανιστηρίων. Εξαίρεση αποτέλεσε η περίπτωση του Alexander Andrae, διοικητή του Φρουρίου Κρήτης που έδρασε μαζί με τους Bräuer και Müller, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 1947 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης οδηγήθηκαν συνολικά μόλις 15 Γερμανοί υπήκοοι με την κατηγορία της συμμετοχής σε εγκλήματα πολέμου. Στην πλειοψηφία τους επρόκειτο για άτομα που κατηγορούνταν για μεμονωμένους φόνους, οικονομικά εγκλήματα, όπως παράνομος πλουτισμός ή επιτάξεις ελληνικών αγαθών και περιουσίων ή κατασκοπεία. Κανένας δεν καταδικάστηκε για συμμετοχή στις μεγάλες σφαγές που διεξήγαγαν τα Γερμανικά στρατεύματα ανά την Ελλάδα, με πιο κραυγαλέες περιπτώσεις τα Καλάβρυτα, το Δίστομο, το Κομμένο, την Κλεισούρα, τις οποίες ακόμα και το ίδιο το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης κατά τη διάρκεια της δίκης 7 που αφορούσε τα αντίποινα στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, χαρακτήρισε ως «κραυγαλέες δολοφονίες», δεδομένου πως στις περισσότερες περιπτώσεις εφαρμογής αντιποίνων δεν αποδείχθηκε ποτέ η συνεργασία του άμαχου πληθυσμού στις επιθέσεις που διεξήγαγαν οι αντάρτες εναντίον Γερμανών στρατιωτών. Αντίθετα, όπως αναγνώριζε η απόφαση του Δικαστηρίου, οι Γερμανοί στρατιώτες εκδικήθηκαν τις συγκεκριμένες επιθέσεις με εκτεταμένες εκτελέσεις αθώων, που δεν είχαν καμία σχέση με τις αντάρτικες ομάδες.

Ο μόνος Γερμανός υπήκοος που κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε μία από τις μεγάλες σφαγές, υπήρξε ο λοχαγός των Ες Ες Heinz Zabel, τον οποίο παρέδωσαν στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1949 οι γαλλικές αρχές κατοχής της Γερμανίας ως υπεύθυνο της σφαγής του Διστόμου. Τη στιγμή της παράδοσης του Zabel όμως το κλίμα στην Ελλάδα και διεθνώς είχε αρχίσει να αλλάζει. Το ζήτημα της δίωξης των εγκληματιών πολέμου είχε πλέον πάψει να απασχολεί την ελληνική πολιτεία αλλά και την κοινή γνώμη, που εστίαζαν την προσοχή τους στις νέες ισορροπίες που διαμόρφωναν οι απαρχές του Ψυχρού πολέμου και στην τοποθέτηση της Ελλάδας στη διεθνή σκακιέρα. Ούτως ή άλλως η επανέναρξη των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τον Δεκέμβριο του 1950 έθετε νέα δεδομένα στο ζήτημα των εγκληματιών πολέμου. Οι Γερμανοί διπλωμάτες φρόντισαν από την πρώτη στιγμή να καταστήσουν σαφές πως η γρήγορη, αθόρυβη αλλά προπάντων οριστική διευθέτηση του ζητήματος θα αποτελούσε πρωταρχικό στόχο των ομοσπονδιακών αρχών, για την επίτευξη του οποίου δεν θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν όλα τα δυνατά μέσα πίεσης.
Πράγματι οι πιέσεις απέδωσαν καρπούς. Μέχρι το 1953 όλοι οι Γερμανοί υπήκοοι που κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου είχαν αφεθεί ελεύθεροι. Ο Zabel δεν πέρασε ποτέ από δίκη, αλλά απελευθερώθηκε τελευταίος τον Ιούνιο του 1953, κάνοντας χρήση της ειδικής διάταξης του Α.Ν. 2058, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα άσκησης αναστολής της ποινικής δίωξης για όλα τα αδικήματα που χαρακτηρίζονταν ως εγκλήματα πολέμου. Ο αποφασιστικός βέβαια παράγοντας που οδήγησε στην απελευθέρωση του Zabel υπήρξε η πίεση των Γερμανικών αρχών, οι οποίες εκμεταλλευόμενες το αίτημα της Αθήνας για την τοποθέτηση γερμανικών κεφαλαίων στην Ελλάδα ύψους 200 εκατ. Μάρκων, ξεκαθάρισαν πως, σε περίπτωση που ο Zabel δεν αφηνόταν άμεσα ελεύθερος, υπήρχε ο κίνδυνος η τοποθέτηση να μην καταστεί τελικά δυνατή, ενόψει του εξαιρετικά αρνητικού αντίκτυπου που θα προκαλούσε στη γερμανική κοινή γνώμη η παροχή βοήθειας προς μία χώρα, η οποία εξακολουθούσε να κρατά στις φυλακές της έναν Γερμανό υπήκοο. Λίγες μόνο ημέρες μετά το γερμανικό τελεσίγραφο, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος έδωσε την εντολή για την αποφυλάκιση του Zabel, ο οποίος άλλωστε, όπως αδιάκοπα υποστήριζε η Βόννη σε κάθε ευκαιρία, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη σφαγή του Διστόμου. Το μόνο του λάθος ήταν πως έμοιαζε πολύ με τον Fritz Lautenbach τον αξιωματικό δηλαδή που είχε διατάξει τη σφαγή στο Δίστομο, με αποτέλεσμα πολλοί μάρτυρες να μπερδεύουν τα δύο πρόσωπα και να αναγνωρίζουν λανθασμένα στο πρόσωπο του Zabel τον υπεύθυνο της σφαγής.
Παρότι βέβαια στις ελληνικές φυλακές δεν κρατούνταν πλέον Γερμανοί κατηγορούμενοι για εγκλήματα πολέμου, το ζήτημα της ποινικής δίωξης δεν είχε τελειώσει, τουλάχιστον όχι τυπικά. Ο Α.Ν. 2058 προέβλεπε μεν την αναστολή των διώξεων, η αναστολή όμως δεν θα γινόταν αυτόματα. Η ελληνική κυβέρνηση θα παρέδιδε πρώτα τις σχετικές δικογραφίες στις δικαστικές αρχές της Γερμανίας, οι οποίες πλέον καθίσταντο υπεύθυνες για την περαιτέρω ποινική δίωξη των υπηκόων τους. Η δίωξη από τα ελληνικά δικαστήρια θα μπορούσε να ανασταλεί μόνο αφού πρώτα θα είχε ξεκινήσει η ποινική διαδικασία από τα αλλοδαπά δικαστήρια. Οι ελληνικές αρχές θεωρούσαν την παράδοση των δικογραφιών στη Γερμανία ως έναν «εύσχημο τρόπο τερματισμού του ζητήματος», αντίληψη όμως που καθόλου δεν συμμερίζονταν οι γερμανικές αρχές, δεδομένης άλλωστε της επιθυμίας τους για μια οριστική λύση του ζητήματος με ένα γενικό νόμο αμνήστευσης.
Παρά τις αντιδράσεις, οι αρχές στη Βόννη δέχθηκαν τελικά να παραλάβουν τα δικόγραφα, όταν τόσο ο Υπουργός Εξωτερικών Σοφοκλής Βενιζέλος όσο και ο Υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτρης Παπασπύρου τους ξεκαθάρισαν πως δεδομένης της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα δεν υπήρχε καμία απολύτως περίπτωση ψήφισης νόμου αμνήστευσης. Η παράδοση έγινε σε δύο δόσεις το 1952 και το 1956. Συνολικά η ελληνική πλευρά παρέδωσε 187 δικόγραφα εναντίον σχεδόν 900 κατηγορουμένων. Οι γερμανικές αρχές αποδέχθηκαν μεν την παραλαβή του υλικού, όμως δεν έκρυψαν εξαρχής την πρόθεση τους να μην προχωρήσουν σε καμία δίκη εναντίον Γερμανού υπηκόου. Για να δικαιολογήσουν την άρνησή αυτή υποστήριξαν πως τα δικόγραφα είχαν πολλά κενά και λάθη, ενώ και τα στοιχεία των κατηγορουμένων ήταν ασαφή με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαπιστωθεί η ταυτότητα ή η διεύθυνση κατοικίας τους. Υπό αυτές τις συνθήκες η διεξαγωγή οποιασδήποτε δίκης καθίστατο πρακτικά αδύνατη.
Δεδομένης της προφανούς απροθυμίας των Γερμανών να εισάγουν τις υποθέσεις σε δίκη, η ελληνική πλευρά, ύστερα και από εισήγηση του επικεφαλής του Ελληνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου εισαγγελέα Ανδρέα Τούση, επιχείρησε να συνδέσει τον πολυπόθητο τερματισμό της ποινικής δίωξης των εγκληματιών πολέμου με την παροχή αποζημιώσεων στα θύματα της κατοχής. Τον Νοέμβριο του 1956 η Αθήνα παρέδωσε υπόμνημα στη Βόννη, προτείνοντας την έναρξη διαπραγματεύσεων για την καταβολή αποζημίωσης στα θύματα εγκλημάτων πολέμου. Η αντίδραση της Γερμανίας υπήρξε κάθετα αρνητική. Το αίτημα απορρίφθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, με τις γερμανικές αρχές να καθιστούν απολύτως σαφή τη δυσαρέσκειά τους για το γεγονός πως η αμνηστία φαινόταν πλέον να εξελίσσεται σε μοχλό πίεσης στα χέρια των «άπληστων» Ελλήνων που προσπαθούσαν να εκβιάσουν την καταβολή αποζημιώσεων.  
Μπροστά σε αυτήν την αδιάλλακτη στάση, Ο Τούσης προειδοποίησε τη γερμανική πλευρά πως αν δεν προέβαινε σε κάποιου είδους ενέργεια για την παροχή αποζημιώσεων θα ήταν αναγκασμένος να επαναφέρει σε ισχύ τα μέτρα για τον εντοπισμό εγκληματιών πολέμου μεταξύ των Γερμανών υπηκόων που εισέρχονταν στην Ελλάδα. Οι ομοσπονδιακές αρχές αγνόησαν όμως τον Τούση, θεωρώντας πως οι προειδοποιήσεις του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά κούφιες απειλές καθώς ήταν σίγουρες πως η Αθήνα επουδενί δεν θα προχωρούσε σε μια τέτοια κίνηση, η οποία το δίχως άλλο θα δυναμίτιζε πολύ επικίνδυνα τις διμερείς σχέσεις. Και το «ατύχημα» δεν άργησε να συμβεί. Στις 22 Απριλίου του 1957 προσγειώθηκε στην Αθήνα ο Μaximilian Merten επικεφαλής της στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης κατά την κατοχή. Σκοπός του ταξιδιού ήταν να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης στην δίκη του πρώην μεταφραστή του. Πριν εμφανιστεί στο δικαστήριο, ο Merten επισκέφθηκε μάλιστα την γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα, προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι ήταν ασφαλές να καταθέσει στη δίκη. Οι Γερμανοί διπλωμάτες τον διαβεβαίωσαν πέρα οποιουδήποτε δισταγμού, ότι δεν διέτρεχε κανέναν απολύτως κίνδυνο. Εκ των πραγμάτων βέβαια αποδείχθηκε πως έκαναν μεγάλο λάθος αφού αμέσως μετά την κατάθεσή του στο δικαστήριο, ο Merten συνελήφθη με την κατηγορία της διάπραξης εγκλημάτων πολέμου και οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ.
Αποσβολωμένοι οι Γερμανοί αξιωματούχοι αλλά και ο ίδιος ο Merten, θεώρησαν αρχικά πως η σύλληψη δεν ήταν παρά ο τρόπος που είχαν επιλέξει οι ελληνικές αρχές για να ασκήσουν πίεση στην Γερμανία για την καταβολή αποζημιώσεων, και ανέμεναν πως πολύ σύντομα ο Γερμανός θα αφηνόταν ελεύθερος. Οι αυταπάτες αυτές διαλύθηκαν όμως τη στιγμή που ο Τούσης ξεκαθάρισε πως η σύλληψη δεν αποτελούσε μέσο πίεσης αλλά πράξη που υπαγόρευαν λόγοι δικαιοσύνης. Έξαλλοι οι Γερμανοί αξιωματούχοι έσπευσαν να έρθουν σε επαφή με τις ελληνικές υπηρεσίες απαιτώντας την απελευθέρωση του Merten, απειλώντας την Αθήνα ακόμα και με επιβολή «αντιποίνων», με τη δημοσίευση επίσημης ανακοίνωσης στον γερμανικό τύπο, προκειμένου να ενημερωθεί η κοινή γνώμη για τους κινδύνους που έκρυβε ένα ταξίδι στην Ελλάδα, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για τον ελληνικό τουρισμό αλλά και για τις διμερείς σχέσεις. Η Αθήνα δεν φαινόταν όμως καθόλου πρόθυμη να ικανοποιήσει την επιθυμία της Γερμανίας, καθώς η σύλληψη είχε πάρει μεγάλη έκταση στον τύπο και η αντίδραση της κοινής γνώμης σε μια ενδεχόμενη απελευθέρωση αναμενόταν να είναι σφοδρή.
Παρόλα αυτά οι προσπάθειες των Γερμανών να «λογικεύσουν» τις ελληνικές αρχές συνεχίστηκαν. Το κλείσιμο της υπόθεσης Merten δεν προήλθε τελικά από την καταβολή αποζημιώσεων. Τον Νοέμβριο του 1958 στη διάρκεια διαπραγματεύσεων για την παροχή δανείου 200 εκ. Μάρκων, οι Γερμανοί χωρίς περιστροφές κατέστησαν απολύτως σαφές στον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή ότι η απελευθέρωση του Merten και η γενικότερη οριστική ρύθμιση του ζητήματος των εγκληματιών πολέμου θεωρούνταν ως «αυτονόητη» προϋπόθεση για την παροχή του δανείου. Η Ελλάδα για πολλοστή φορά στην ιστορία της βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση, αποκλεισμένη από τις διεθνείς αγορές και εξαρτημένη μόνο από διμερείς συμβάσεις για την επίτευξη εξωτερικού δανεισμού. Τη δεδομένη στιγμή, η Γερμανία αποτελούσε μία από τις λίγες χώρες που ήταν πρόθυμη να παράσχει οικονομική βοήθεια. Προκειμένου να λάβει το δάνειο, ο Καραμανλής δεσμεύτηκε να απελευθερώσει τον Merten και ρυθμίσει οριστικά το ζήτημα των εγκληματιών πολέμου. Πράγματι, ο Merten αφέθηκε ελεύθερος τον Νοέμβριο του 1959 με φωτογραφικό νόμο, τον lex Merten, όπως τον ονόμασαν τα γερμανικά υπουργεία, ο οποίος προέβλεπε επίσης την αυτοδίκαιη αναστολή όλων των διώξεων εναντίον Γερμανών υπηκόων που κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου αλλά και τη διάλυση του Ελληνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου. Ο Merten έλαβε μάλιστα και αποζημίωση από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για την «περίοδο των ελληνικών παθών» του, όπως χαρακτηρίστηκε η σχεδόν διετής κράτησή του στις ελληνικές φυλακές.
 Ο Merten έλαβε λοιπόν αποζημίωση. Τα θύματα της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα έλαβαν;
Αντίθετα από ότι συνέβη σε χώρες όπως η Νορβηγία και η Γαλλία ή ακόμα και η ουδέτερη κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Σουηδία, οι οποίες είχαν σε μεγάλο βαθμό φροντίσει για την υποστήριξη των υπηκόων τους που είχαν πληγεί από τον πόλεμο, στην Ελλάδα δεν πάρθηκε σχεδόν καμία μέριμνα για τα θύματα. Τρεις νόμοι του 1943 και 1944 καθόριζαν μεν τη δυνατότητα καταβολής συντάξεων στους πληγέντες, οι προϋποθέσεις όμως ήταν τόσο περιοριστικές ώστε μόνο λίγα άτομα μπορούσαν να καταστούν δικαιούχοι της σύνταξης.
Η δεδομένη αδυναμία του ελληνικού κράτους ανάγκαζε τα θύματα να στρέφονται ακόμα και στις γερμανικές αρχές με εκκλήσεις για την παροχή βοήθειας. Οι απαντήσεις που λάμβαναν ήταν όμως πάντα αρνητικές. Η Βόννη αφενός δεν ήθελε να δημιουργήσει προηγούμενο, αφετέρου όμως και ίσως πιο σημαντικό δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο το άρθρο 5 του  Συμφώνου του Λονδίνου περί των Εξωτερικών γερμανικών χρεών που είχε υπογραφεί το 1953. Το συγκεκριμένο σύμφωνο αποτέλεσε τον τρόπο τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις επέλεξαν, προκειμένου να αναβάλουν ή στην ουσία να αποσβέσουν την υποχρέωση της Γερμανίας να καταβάλει συνολικές επανορθώσεις για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το άρθρο 5 του συμφώνου, ανέβαλλε το ζήτημα της καταβολής των γερμανικών επανορθώσεων μέχρι την επανένωση των δύο Γερμανιών και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ της ενιαίας Γερμανίας και των πρώην αντιπάλων της. Φυσικά τη δεκαετία του 1950 με το ψυχροπολεμικό σκηνικό που διαμορφωνόταν ένα τέτοιο ενδεχόμενο φάνταζε εν πολλοίς αδύνατο.
Παρά τους περιορισμούς που έθετε το Σύμφωνο του Λονδίνου, σε κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες το αίτημα για την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού εξακολουθούσε να διατηρείται ζωντανό. Μέχρι τα τέλη του 1955 είχαν γίνει κρούσεις στη Γερμανία, η οποία όμως δεν φαινόταν διατεθειμένη να παρεκκλίνει της προστασίας που της παρείχε το Σύμφωνο. Η αρνητική αυτή στάση, με δεδομένη μάλιστα την ανθηρή οικονομική κατάσταση και το τεράστιο συναλλαγματικό πλεόνασμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, κινητοποίησε τις ευρωπαϊκές αρχές, την δυσαρέσκεια των οποίων επέτεινε ακόμα περισσότερο το γεγονός πως η ΟΔΓ είχε ήδη από το 1953 ψηφίσει εσωτερικό νόμο που προέβλεπε την αποζημίωση των Γερμανών πληγέντων του Δευτέρου Παγκοσμίου αλλά απέκλειε από τις παροχές όλους τους αλλοδαπούς υπηκόους.
Στις αρχές Ιανουαρίου 1956 συναντήθηκαν στη Χάγη εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, για να εξετάσουν τη δυνατότητα διαβήματος προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση με σκοπό την καταβολή αποζημιώσεων και στους υπηκόους των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών. Πολύ σύντομα, η πρωτοβουλία διευρύνθηκε με τη Νορβηγία, τη Δανία και τη Μεγάλη Βρετανία, οι οποίες ανταποκρίθηκαν αμέσως θετικά. Αντίθετα η Ελλάδα εμφανίστηκε διστακτική, καθώς την ίδια περίοδο αναμενόταν στην Αθήνα η επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Theodor Heuss. Τελικά όμως οι έντονες πιέσεις της αντιπολίτευσης, των συλλόγων θυμάτων και της κοινής γνώμης έπεισαν και την Αθήνα να συμμετάσχει στην κοινή πρωτοβουλία.
Η αντίδραση της Γερμανίας υπήρξε αρχικά αρνητική τονίζοντας πως θα μπορούσε μόνο να προχωρήσει σε καταβολές υπό μορφή «αγαθοεργίας» για τα θύματα, μια διατύπωση που προκάλεσε την οργή των ευρωπαϊκών κρατών και την εντατικοποίηση των πιέσεων προκειμένου να καμφθούν οι γερμανικές αντιρρήσεις.  Υπό αυτό το πρίσμα, πολύ σύντομα κατέστη φανερό στους αξιωματούχους της Βόννης πως πολιτικοί λόγοι και η έξωθεν καλή μαρτυρία της «νέας δημοκρατικής Γερμανίας» απαιτούσαν την καταβολή έστω «κάποιων» αποζημιώσεων για τα αλλοδαπά θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Έτσι τον Δεκέμβριο του 1958 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δέχθηκε να μπει σε διαπραγματεύσεις με κάθε μία από τις ευρωπαϊκές χώρες ξεχωριστά, φροντίζοντας όμως να καταστήσει απολύτως σαφές πως τα ποσά των αποζημιώσεων που θα καταβάλλονταν αποτελούσαν αυτόβουλες παροχές της Γερμανίας, οι οποίες δίνονταν κατ’ εξαίρεση αφού το άρθρο 5 του Συμφώνου του Λονδίνου ανέβαλε οποιαδήποτε συζήτηση για διεκδικήσεις που πήγαζαν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.  
Μετά από εξαιρετικά επίπονες διαπραγματεύσεις και την απειλή της ελληνικής αντιπροσωπείας ότι η αποτυχία των συνομιλιών θα μπορούσε να αναχαιτίσει την απρόσκοπτη συνέχιση της φιλοδυτικής πορείας της χώρας, η γερμανική πλευρά συμφώνησε στην καταβολή 115 εκ. Μάρκων στους Έλληνες πληγέντες για «λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας», παρά τις σφοδρές αντιδράσεις του ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο θεωρούσε πως η Γερμανία υποχωρούσε στις υπερβολικές αξιώσεις των Ελλήνων. Η Σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών υπογράφτηκε στις 18.3.1960.
Σύμφωνα με το νομοθετικό διάταγμα 4178 του 1961 τα 115 εκ. μοιράστηκαν σε 96.876 αιτούντες που πληρούσαν τα κριτήρια. Το ανώτερο ποσό αποζημίωσης που μπορούσε να λάβει ένας δικαιούχος αντιστοιχούσε σε 70.000 δρχ. Αντίθετα με τις εκατέρωθεν κατηγορίες πως το ποσό της αποζημίωσης το καρπώθηκε κυρίως είτε η πελατεία του κυβερνώντος κόμματος ΕΡΕ  είτε οι Εβραίοι, η έρευνα κατέδειξε πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού αποζημιώθηκαν εξίσου οι Εβραίοι όσο και οι Χριστιανοί θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Αποζημίωση καταβλήθηκε επίσης και στα θύματα σφαγών και αντιποίνων ανά την Ελλάδα.
Οι Έλληνες αξιωματούχοι θεώρησαν μεγάλη επιτυχία την καταβολή των 115 εκατομμυρίων. Αντίθετα σύλλογοι θυμάτων προειδοποιούσαν από την πρώτη στιγμή πως το ποσό δεν θα επαρκούσε για την αποζημίωση όλων των θυμάτων της γερμανικής κατοχής. Πολύ σύντομα αποδείχθηκε πως είχαν δίκιο. Η κυβέρνηση Καραμανλή είχε προσέλθει, λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, στις διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία χωρίς να έχει ξεκάθαρη εικόνα του αριθμού των θυμάτων και κατ’ επέκταση των δικαιούχων αποζημίωσης. Τα 115 εκ. δεν θα επαρκούσαν για να καταβληθεί ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης που είχε επιδικαστεί σε κάθε δικαιούχο. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταβολή έστω τμήματος της αποζημίωσης σε όλα τα θύματα, οι ελληνικές αρχές αναγκάστηκαν να καταβάλλουν αρχικά στους δικαιούχους μόλις το 55% της αποζημίωσης που τους είχε επιδικασθεί. Χρειάστηκε να περάσει περισσότερο από μια δεκαετία για να δοθεί το 1975 ένα επιπλέον 4% των χρημάτων. Οι Έλληνες πληγέντες δεν έλαβαν όμως ούτε το 59% της αποζημίωσης που τους είχε επιδικασθεί. Το Ν.Δ. 4178 προέβλεπε την καταβολή αμοιβής ύψους 5% επί της επιδικασμένης αποζημίωσης στους δικηγόρους που χειρίστηκαν την απαραίτητη διαδικασία στα Πρωτοδικεία. Στην πραγματικότητα λοιπόν οι δικαιούχοι αναγκάστηκαν να αρκεστούν μόλις στο 54% της επιδικασμένης αποζημίωσης. 
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τα θύματα δεν έπαψαν να ζητούν από τις ελληνικές υπηρεσίες να τους αποδοθεί και το υπόλοιπο ποσοστό της αποζημίωσης. Η πάγια απάντηση των ελληνικών αρχών ήταν πως η έγερση εκ νέου απαιτήσεων θα ήταν δυνατή μόνο μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών, όταν θα υπογραφόταν δηλαδή σύμφωνο ειρήνης, άρα θα έπαυε να ισχύει το άρθρο 5 του Συμφώνου του Λονδίνου και θα μπορούσε πλέον να συζητηθεί το ζήτημα της καταβολής των συνολικών επανορθώσεων που όφειλε να καταβάλει η Γερμανία. Βέβαια όλες αυτές οι αιτιάσεις στην πραγματικότητα αποσκοπούσαν πολύ περισσότερο στο να διατηρείται μια ελπίδα στα θύματα αλλά και στο να βγαίνουν οι ελληνικές αρχές από τη δύσκολη θέση, καθώς κανείς δεν θεωρούσε πιθανή τη Γερμανική επανένωση.
Το 1990 όμως το απίθανο συνέβη. Η Γερμανία επανενώθηκε. Κατά την επανένωση όμως δεν υπογράφτηκε κανένα απολύτως σύμφωνο ειρήνης, προκειμένου έτσι να διατηρηθεί σε ισχύ το άρθρο 5 του Συμφώνου του Λονδίνου και να μην αναγκαστεί η ΟΔΓ να καταβάλει επανορθώσεις. Το μόνο που υπογράφτηκε ήταν το Σύμφωνο 2 + 4, ένα σύμφωνο δηλ. μεταξύ των δύο γερμανικών κρατών και των 4 Μεγάλων δυνάμεων, το οποίο η γερμανική πλευρά το ερμήνευσε ως «υποκατάστατο του συμφώνου ειρήνης», που είχε δομηθεί έτσι ώστε να ρυθμίζονται όλα τα απαραίτητα ζητήματα χωρίς να προκληθούν αρνητικές συνέπειες για την ΟΔΓ.  Έτσι και με τη σύμφωνη γνώμη των 4 Μεγάλων Δυνάμεων τελικά η Γερμανία κατάφερε να αποφύγει το σκόπελο της καταβολής γενικευμένων επανορθώσεων.
Οι νομικές αυτές προεκτάσεις δεν στάθηκαν όμως ικανές να εμποδίσουν τα θύματα να θέσουν εκ νέου τις απαιτήσεις τους. Άλλωστε το ίδιο το ελληνικό κράτος όλα τα προηγούμενα χρόνια επαναλάμβανε πως η έγερση νέων απαιτήσεων θα μπορούσε να καταστεί δυνατή μόνο μετά την επανένωση. Ξεκίνησε έτσι ένας δικαστικός αγώνας και μια προσπάθεια που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στο μεταξύ όμως η υλική και κυρίως η ηθική δικαίωση έχουν απομείνει δυστυχώς μετέωρες.
Δέσποινα - Γεωργία Κωνσταντινάκου συγγραφέας του βιβλίου
"Πολεμικές οφειλές και εγκληματίες πολέμου στην Ελλάδα
Ψάχνοντας την ηθική και υλική δικαίωση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο"


Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Η τραγωδία στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής. Στις 5 Ιανουαρίου 1944 το Τάγμα Παρνασσίδας του ΕΛΑΣ θρήνησε 30 παλικάρια, διμοιρίας του 1ου λόχου, που έπεσαν σε ενέδρα των Γερμανών, μέσα στο χιόνι.

 Στις 5 Ιανουαρίου 1944, στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής, το Τάγμα Παρνασσίδας του ΕΛΑΣ θρήνησε 30 παλικάρια, διμοιρίας του 1ου λόχου, που έπεσαν σε ενέδρα των Γερμανών, μέσα στο χιόνι. Ο Νικηφόρος, που επέστρεφε από άλλη αποστολή, περιγράφει τις στιγμές που πληροφορείται το τραγικό ανέκκλητο γεγονός.












φωτογραφίες:
Ο  Παναγιώτης Τζιβάρας, ο Καλλίας (ανθ/γός Χαράλαμπος Μώκος) και ο Δήμος (Γιάννης Μαλούκος), αρχηγείο του 1ου Λόχου του Τάγματος Παρνασσίδας. Σκοτώθηκαν και οι τρεις, με άλλους 27 συναγωνιστές τους, στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής (5-1-1944).
5 Ιανουαρίου 1944 – Η τραγωδία στην Αγία Τριάδα Καλοσκοπής
Τότε ακούμε απ’ τα βράχια απέναντι μια κραυγή άγρια:
― Αααλτ!
Το περιμέναμε κι ωστόσο λαχταρήσαμε. Αμέσως όμως νοιώσαμε χαρούμενοι. Σταθήκαμε στον τόπο. Τότε ξαναφώναξε η φωνή.
― Ποιοι είστε;
― Εσύ ποιος είσαι; – φώναξα κι αντηχούσε η βαθειά ρεματιά.
― Ν’ απαντάς σ’ ό,τι σε ρωτάνε! – με κατσάδιασε η φωνή.
«Μπράβο λεβεντιά!» είπα μέσα μου χαρούμενος και του αποκρίθηκα:
― Εν τάξει! Εν τάξει! Ρώτα μας!
― Ποιοι είσαστε!
― Αντάρτες!
― Προχώρα στο παρασύνθημα!
― Δεν ξέρουμε παρασύνθημα, συναγωνιστή! – του είπα. ― Λείπουμε μέρες.
― Τίνος τμήματος είσαστε;
― Του 5ου Ανεξάρτητου!
― Πες μου το αρχηγείο του τάγματος!
Του το είπα και τον ρωτάω:
― Εσύ του Κρόνου είσαι;
Δεν απάντησε αμέσως.
― Σα να τον καταφέραμε – είπα στους διπλανούς μου.
― Να προχωρήσει μόνο ένας σας – φώναξε ο σκοπός – με τα χέρια απάνω και να χτυπάει και παλαμάκια!
― Το σουγιά με τη λουρίδα ψωνίσαμε με τούτον – γελάσαμε και φώναξα: ― Ρε συναγωνιστή! Θα μας βάλεις τώρα στα καλά καθούμενα να σηκώσουμε και τα χέρια ψηλά;
― Αυτό που σας λέω! – αγρίεψε ωραία πάλι ο σκοπός.
Προχώρησα χτυπώντας παλαμάκια. Πέρασα τη χαλασμένη γέφυρα και ζυγώνοντας του είπα:
― Τίνος λόχου είσαι, συναγωνιστή; Του Πετράν;
― Όχι – μου αποκρίθηκε φιλικά. ― Εσύ είσαι, καπετάνιε;
Στεκόταν από πάνω απ’ το δρόμο.
― Ποιος καπετάνιος; – τον ρώτησα. Και είπε το όνομά μου.
― Ναι – του αποκρίθηκα.
Κατέβηκε στο δρόμο.
― Από πού έρχεστε; – με ρώτησε. Η φωνή του ήταν περίεργη, μαλακή, εγκάρδια, σα να με συμπονούσε για κάτι, δεν έβαλα όμως κακό στο νου μου.
― Ξεθεωθήκαμε – του είπα. ― Κύτταξε, θα έρχονται συνέχεια κάμποση ώρα δικοί μας, άλλως τε θα φέξει και θα τους βλέπεις.
― Εν τάξει – αποκρίθηκε. Και με ρώτησε κάτι σαν τέτοιο – αν έχουμε δηλαδή τίποτα νεώτερο, αλλά με σημασία, νομίζοντας, ότι ξέρω κι εγώ. Τότε αλαφιάστηκα.
― Τι συμβαίνει – τον ρώτησα. ― Έγινε τίποτα;
― Δεν ξέρεις; – τινάχτηκε έκπληκτος.
― Όχι! – του είπα –τι να ξέρω;
Και τότε μου λέει αυτός:
― Ο Καλλίας! Σκοτώθηκε!
Και πάγωσα.
― Σκοτώθηκε ο Καλλίας; Με τα σωστά σου το λες;
― Ναι, καπετάνιε... Πάει ο Καλλίας...
Χτυπιόταν να σπάσει η καρδιά μου. Μούρθε να καθήσω κάτω.
― Ε, μωρέ Χαράλαμπε!... – σηκώθηκε μέσα μου ένας θρήνος. Και με κυρίεψε μια μανιασμένη λύσσα για όλους τους φασισμούς, για τις σφαίρες τους τις φαρμακερές, τη σκληρή την αδικία, να μπορούν οι βρωμεροί φονηάδες να σκοτώνουν τέτοια παλληκάρια, τέτοιους ζηλεμένους αητούς. Ήθελα να καθήσω και να κλάψω πολύ...
― Ο Καλλίας σκοτωμένος!... Τινάχτηκα μια στιγμή. Αδύνατο να το πιστέψω. Μου φαινόταν μου παίζουν ένα πικρό παιγνίδι. Κατόπιν ότι είναι ένα άνοστο αστείο, ότι θάταν τόσο εύκολο να ξαναπρολάβεις τα δευτερόλεπτα που κύλησαν και να δώσεις στα γεγονότα άλλη τροπή, να διορθώσεις το ανεπανόρθωτο.
Φτάνανε από κοντά κι άλλοι. Μένανε κόκκαλο κι αυτοί: «τι λες, μωρέ! Πάει ο Καλλίας; Πότε; Πού;».
Ο συναγωνιστής δεν ήξερε πιο πολλές λεπτομέρειες. Μόνο ότι σκοτώθηκε στην Κουκουβίστα.
― Είναι σίγουρο, ρε συναγωνιστή! – ρωτούσανε πολλοί σαν να τάβαζαν με το σκοπό.
Αλλοίμονο, σίγουρο ήταν!
......
Εκείνη τη στιγμή ανέβαινε ένας άλλος αραχωβίτης.
― Καπετάνιε! – λέει έκπληκτος μόλις με είδε – εδώ είσαι;
― Εδώ είναι το τηλέφωνο; – τον ρώτησα κι ανεβαίναμε.
― Σε σένα λέει απαγορεύεται; – έλεγε αυτός και μιλούσε σα νάπρεπε να μου φέρνεται πολύ προσεχτικά και συμπονετικά.
Ο άλλος μπερδεύτηκε λίγο. Μπήκαμε στο δωμάτιο που ήταν το τηλέφωνο. Ε, μια ζεστή-ζεστή, λαχταριστή φωτιά που έκαιγε, ένας εύθυμος λαμπρός. Ήσαν άλλοι δυο-τρεις εκεί μέσα και πετάχτηκαν ορθοί, αμήχανοι, ευλαβικοί.
― Γεια σας, συναγωνιστές.
― Γεια σου, καπετάνιε! – αποκρίθηκαν πρόθυμοι-πρόθυμοι.
― Είναι βέβαιο, σκοτώθηκε; – είπα.
Τους είδα ξαφνιάστηκαν.
― Ποιος ο Καλλίας; – είπαν. ― Σκοτώθηκε κι ο Δήμος!
Μα τι είχαν πάθει αυτοί οι άνθρωποι; Έμεινα ξερός και τους κύτταζα. Μούρθε ένας κόμπος στο λαιμό. Κάποιος έπαιζε άσχημα μαζί μου και τον μισούσα...
......
Στους Δελφούς, κόσμος κι αυτού στον κεντρικό δρόμο. Έτρεξαν γύρω μας μόλις μας είδαν. Άλλοι γύριζαν απ’ τα πεζοδρόμια, έπαυαν παντού οι συζητήσεις. Ήρθε δίπλα μου ένας χωριανός μου, έμενε στους Δελφούς αφ’ ότου κάηκε το χωριό μας.
― Γαμώ την πίστη του! – είπε. Κι ο καϋμένος ο Παναγιώτης.
Τινάχτηκα πάλι – αυτό ήταν απίστευτο!
― Ποιος Παναγιώτης! – έκαμα.
― Ο Τζιβάρας! – παραξενεύτηκε ο χωριανός μου.
Πετάχτηκαν σύξυλοι και οι δυο σύντροφοί μου, ο Βλάχος κι ο Καναβίδης.
― Πάει κι ο Τζιβάρας! – κάμαμε όλοι μ’ ένα στόμα.
Γέμισαν τα μάτια του χωριανού μας δάκρυα.
― Προχώρα! Προχώρα! – είπαμε στο σωφέρ και φεύγαμε. Ο κόσμος δυο σειρές από δω κι από κει σιωπηλός. Τρεις άνθρωποι μέσα στο αυτοκίνητο, είχαμε χάσει το λογικό μας.
― Πως, μωρέ! ― Πώς σκοτώθηκαν κι οι τρεις;
Ο σωφέρ έλεγε για κάποια ενέδρα.
― Και διάλεξαν το αρχηγείο του λόχου, μωρέ οι φαρμακωμένες... (Δεν ξέραμε ολόκληρη την αλήθεια ακόμα).
Ο Καναβίδης δε μπορούσε να ξεχάσει το παράξενο φέρσιμο του Τζιβάρα στου Ζήση το Χάνι.
― Βρε συ! Βρε συ! – έκανε μονολογώντας – σα να τόξερε! ― Βρε τον Παναγιώτη!
Μπαίνοντας στο χωριό ταράχτηκα, ότι θακούγαμε και κάτι άλλο ακόμα αυτού, τέτοιο κακό πούχαμε πάθει. Ευτυχώς όχι. Μόνο έτρεξε κι εδώ και μας περιτριγύρισε βουβός ο κόσμος και προχωρήσαμε.
Στην Άμφισσα, κρύα κι έρημη η πόλη. Μόλις κατεβαίναμε απ’ το αυτοκίνητο στην απάνω πλατεία, να μπροστά μας, στην αποθήκη της επιμελητείας ο Διαμαντής. Χάρηκα που τον έβλεπα γερόν, ήταν μια εγγύηση πάντα η παρουσία του. Αντικρυστήκαμε, κυτταζόμασταν ίσια στα μάτια, εγώ διατηρώντας μια απεγνωσμένη ελπίδα, ότι ίσως δε θάταν όλα σωστά τα μισητά νέα. Σφίξαμε τα χέρια αμίλητοι.
― Πάνε κι οι τρεις; – τον ρώτησα αχνά.
Άστραψε το πράο μάτι του.
― Ποιοι τρεις! – μου λέει. ― Έχουμε τριάντα νεκρούς και δυο αγνοούμενους.
― ...Τριάντα νεκρούς!... Τριάντα!...
Αρχίσαμε να κλαίμε κι οι δυο και δαγκωνόμασταν να κρατηθούμε. Γύρω μας οι αντάρτες έκλαιγαν, δαγκώνονταν κι αυτοί, χλωμοί, εξαϋλωμένοι. Μας πήραν είδηση κι απ’ τα καφενεία γύρω στην πλατεία κι έβγαιναν ο κόσμος ακίνητοι στα πεζοδρόμια, έγινε ένα στεφάνι ανθρώπινο ολόγυρα, σάμπως ένα αόρατο κι αθόρυβο χέρι να διαρρύθμιζε αβρά το σκηνικό του σπαραγμού που ταίριαζε στην ώρα.
Μπήκαμε στην επιμελητεία, εκμηδενισμένοι κι εμείς οι τρεις, που πρωτομαθαίναμε τώρα τα νέα κι όλοι οι άλλοι. Καθήσαμε πρόχειρα κάπου, όπου βρέθηκε. Μύριζε τσουβαλίλα και λάδι κι εληές, σπαραγμός και οι μυρουδιές αυτές, σαν ορφανεμένη πλέον φροντίδα – δεν τους χρειάζονταν πια ούτε τα φτωχά μας τσουβάλια , ούτε οι εληές μας, ούτε το λάδι μας, τίποτα δε χρειαζόταν πλέον στα τριάντα παλληκάρια μας.
Από την ανοιχτή πόρτα, φτάνανε κι έμπαιναν χλωμοί κι άλλοι συναγωνιστές, αντάρτες και ντόπιοι. Γινόμασταν μια σιωπηλή σύναξη στο μισοσκόταδο, κατάμαυρος κι όξω ο ουρανός.
― ...Στην Αγία Τριάδα – άκουγα που έλεγε κάποιος – η φωνή του σαν από άλλον κόσμο... Εκεί που είναι το εικονισματάκι... λίγα μέτρα πριν, στη μικρή λάκκα... Εκεί-εκεί... Ήσαν κρυμμένοι με άσπρες κουκούλες... Άφησαν τους ανιχνευτές και πέρασαν... μόλις μπήκε στον κλοιό η πρώτη διμοιρία τη θέρισαν... Μόνο ο Γκούρας, η Γιωργία κι ο Τρικούπης γλύτωσαν...
― Κι ο Παπάς, σοβαρά τραυματίας (Κώστας Μπάκας) – είπε άλλος.
― Σ’ ένα λεπτό, στρώμα, όλα τα παιδιά...
― Και ποιοι σκοτώθηκαν; – ρώτησα.
Άρχισαν ανάκατα να λένε ονόματα όλοι... Έβγαλε ο Διαμαντής ένα χαρτί, έπαψαν όλοι κι άρχισε ο Διαμαντής αργά να διαβάζει.

1) Μώκος Χαράλαμπος (Καλλίας) – υπολοχαγός διοικητής του λόχου – από το Μαυρολιθάρι.
2) Μαλούκος Γιάννης (Δήμος) – πολιτικός καθοδηγητής του λόχου – από το Γαρδίκι Ομιλαίων.
3) Τζιβάρας Παναγιώτης – καπετάνιος του λόχου – από την Σουβάλα.
4) Κόλλιας Νικόλαος – υπεύθυνος του ΕΑΜ Καλοσκοπής – από την Καλοσκοπή.
5) Ζούγρος Παναγ. – υπεύθυνος εφ. ΕΛΑΣ Καλοσκοπής – από την Καλοσκοπή.
6) Κατρανίδης Βασίλης – διμοιρίτης – από την Αθήνα.
7) Μητράνης Ροβέρτος (Ιπποκράτης) – γιατρός του λόχου (ισραηλίτης) – από τις Σέρρες.
8) Αναστασόπουλος Κώστας – από το Κλήμα Δωρίδος.
9) Τσάμης Χρήστος – από το Κλήμα Δωρίδος.
10) Παπαγεωργίου Ηλίας – από την Ιτέα.
11) Μιχαλόπουλος Μιχ. (Καλλίμαχος) – από την Κέρκυρα.
12) Ζυμαγκόρης Αλεξέι – από την Σοβ. Ένωση.
13) Βυθούλκας Ντάνος – από την Αθήνα.
14) Μιχαήλοβιτς Ιβάν – από την Σοβ. Ένωση.
15) Παπαδόπουλος Νίκος – από το Αγρίνι.
16) Κατσίκας Παναγ. – από το Άνω Παλαιοξάρι.
17) Γιαγκής Χαράλαμπος – από τα Πέντε Όρια.
18) Παπαστάμος Ηλίας (Μπουκουβάλας) – από το Γαρδίκι Ομιλαίων.
19) Καραμουσαντάς Κίμων (Κακαλίδης) – από τη Λειβαδιά.
20) Τσαμούρης Βαγγέλης – από την Εύβοια.
21) Καρβούνης Γιάννης (Διστομίτης) – από το Δίστομο.
22) Νησιώτης Μιχάλης – από την Αθήνα.
23) Σταματόπουλος Δημήτριος – από την Αθήνα.
24) Οικονομάκος Αλέκος – από το Γύθειο.
25) Βενιαμίν (Ισραηλίτης).
26) Δαυίδ (Ισραηλίτης).
27) Κάβουρας Αναστάσιος – από την Άμφισσα.
28) Κατσαντώνης Σπύρος – από την Κόνιτσα.
29) Μαστακάκης Δημ. – από την Καβάλα.
30) Σταυρόπουλος Θανάσης – από το Παύλο Βοιωτίας.
31) Κασούτας – Παιδάκος – από τη Σεγδίτσα.
( Όλη η Ελλάδα στο προσκλητήριο!).

― Οι δυο τελευταίοι, είχαν σκοτωθεί μια μέρα πριν, είναι του Λοκρού – είπε κάποιος.
Ακούγαμε αχνά αυτόν τον ατέλειωτο κατάλογο... Κλαίγαμε συγκρατημένα... Ύστερα αρχίσαμε να ρωτάμε τόνα και τ’ άλλο, λεπτομέρειες... Νοιώθαμε όλοι την ανάγκη να βρει ο ένας κουράγιο στον άλλον, δύναμη στον κοινό πόνο.

― Καλά πώς έγινε; Δεν ξέρανε ότι ήσαν γερμανοί εκεί; – αρνιόμουν να πιστέψω ακόμα το κακό που μας βρήκε.
― Οι γερμανοί είχαν συμπτυχθεί απ’ το περασμένο βράδυ, εκκενώσανε την Κουκουβίστα και φύγανε. Καμμιά εξηνταριά τους όμως λοξοδρόμησαν νυχτώνοντας κι έπιασαν την Αγία Τριάδα. Είχαν και Έλληνες μαζί τους... Κι ο λόχος βιαζόταν. Κάπως έπεσε μια διάδοση ότι εσείς (η διμοιρία πούχαμε πάει στο Δαδί) είχατε έρθει στα χέρια με τους γερμανούς πάνω απ’ τα Καστέλλια και κινδυνεύατε. Κατέβαιναν λοιπόν τρέχοντας να προφτάσουν να σας βοηθήσουν...
― Έφταιξε – είπε άλλος – που το χιόνι δεν άφησε να ξέρουν καθαρά τις κινήσεις των γερμανών. Όλοι νόμιζαν, ότι οι γερμανοί έφυγαν τελείως. Μπροστά στις Βρίζες βρήκαν και τον Κόλλια και το Ζούγρο (υπεύθυνοι της Κουκουβίστας) μπήκαν χαρούμενοι κι αυτοί στη φάλαγγα και πάνε.
Θυμήθηκα τις μέρες που έμενα στο σπίτι του Κόλλια, το περασμένο καλοκαίρι στην Κουκουβίστα. Ήταν εύθυμος, ζωντανός τύπος. Γύριζε απ’ τις δουλειές του, τα παράταγε να ξεφορτώσουν και να περιποιηθούν τα ζώα του οι άλλοι στο σπίτι, η γυναίκα του, τα παιδιά του, κι αυτός έτρεχε σβέλτος να δει τις δουλειές της οργάνωσης που τον περίμεναν. Το Ζούγρο δεν τον θυμόμουν καλά, είχα μόνο μια εντύπωση απ’ τον αγωνιστή αυτόν, ότι ήταν ένας λιγόλογος, θετικός άνθρωπος, αθόρυβος κι αποτελεσματικός.
― Καλά – ρώτησα ύστερα από ώρα – δεν πρόσεχαν τον τόπο, δεν μπορεί να μην είχαν αλωνίσει οι γερμανοί το χιόνι πριν πιάσουν θέσεις.
― Το είχαν αλωνίσει, αλλά έρριξε καινούριο τη νύχτα και τα σκέπασε όλα το αντίχριστο... Άσ’ τα! Ήρθαν όλα για να χαθούν τα παιδιά...
― Οι αγνοούμενοι;
― Ο Όλυμπος (Καλλιμάνης, απ’ τη Σουβάλα) και ο... (δεν τον θυμάμαι τον άλλον) – ήρθε μια πληροφορία, ότι τους είχαν μαζί τους στη Λαμία. Α, βγήκαν (οι γερμανοί) με μεγάφωνα στη Λαμία, γύριζαν στους δρόμους, και θριαμβολογούσαν, ότι τους αποδεκάτισαν τους αντάρτες και σκοτώθηκαν και οι αρχιεγκληματίες Καλλίας και Δήμος.
Έγινε σιωπή. Σκεφτόμουν με μίσος αυτό το αυτοκίνητο, που γύριζε θριαμβολογώντας, και τους δυο αγνοούμενους, πώς θα αισθάνονταν αιχμάλωτοι, τι τύχη τους περίμενε.
Είχε γεμίσει σιγά-σιγά η αποθήκη αντάρτες. Μπαίναν και στέκαν αμίλητοι. Μόλις αχνά ξεχώριζες τα πρόσωπά τους γιατί όσο πήγαινε και σκοτείνιαζε ο καιρός ας ήταν μεσημέρι ακόμα.
Ήταν αχώνευτο τέτοιο κακό.
― Καμμιά! Καμμιά βοήθεια από πουθενά δε στάθηκε δυνατό να τους δώσουν; Οι άλλες διμοιρίες τι έκαναν; – ρωτούσα σα να έμενε μια απεγνωσμένη ελπίδα να τους γλυτώσουμε με μια τελευταία προσπάθεια.
― Ου, ώσπου να συνέλθει ο υπόλοιπος λόχος και να αναπτυχθεί, το κακό είχε γίνει. Πέρασαν ύστερα στην αντεπίθεση, αλλά τι το θες... Έφτασαν από πίσω κι ο Λοκρός κι ο Καραλίβανος, όλα όμως είχαν τελειώσει.
Έγινε σιωπή. Μείναμε αμίλητοι. Τι άλλο να λέγαμε;
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε απόξω απότομος θόρυβος, κόσμος που έτρεχε μουγγά, ένα πνιχτό λαχτάρισμα. Τσιτωθήκαμε έκπληκτοι κι εμείς. Ορμάει τότε κάποιος στην πόρτα:
― Ο λόχος! Έρχεται ο λόχος! – μπήγει μια τρεμισμένη φωνή, σα ραγισμένη.
Τιναχτήκαμε όλοι ορθοί κι ορμούσαμε έξω. Κόσμος έτρεχε βουβός από παντού. Ακολουθήσαμε κι εμείς. Περάσαμε πέρα απ’ την πλατεία. Νάτοι ξάφνου, φάνηκαν! Έρχονταν συνταγμένοι κατά τριάδες (από το δρόμο του Λιδωρικιού), φάνηκαν ανάμεσα στα ωχρά σπίτια, λίγο έκπληκτοι, χλωμές και τραβηγμένες οι φυσιογνωμίες τους, τεντωμένοι όμως σεμνά και το μάτι τους να λάμπει σκληρό, σα να σήκωναν να κρατάνε ψηλά τους συντρόφους τους. Ο κόσμος έτρεχε από παντού, απ’ όλα τα παραδρόμια. Δεν άκουγες φωνές. Μόνο ένα ποδοβολητό, ένα πνιχτό λαχάνιασμα. Μόλις βλέπανε το τμήμα στέκαν απότομα, αναμέραγαν με σεβασμό!
Ακούμε μια γυναίκα, ένα λυγμό, κι είπε:
―Αχ, λεβέντες μου! λεβέντες μου!
Τότε αποπειράθηκε ένας άλλος:
― Ζήτω!... ζήτω!
Έσπασε όμως η φωνή του κι αυτουνού. Και το πλήθος πλέον δε βάσταγε άλλο. Κλαίγοντας έβγαζαν τα καπέλλα τους οι άντρες. Οι γυναίκες φίμωναν σπασμωδικά τα στόματά τους, κατάχλωμες. Αλαφιάστηκε ο δεκατισμένος λόχος. Τεντώθηκαν ακόμα περισσότερο κι έφταναν. Μπροστά βάδιζαν ο Γκούρας, ο Τρικούπης και είχανε στη μέση τη Γεωργία, οι γλυτωμένοι. Πίσω τους οι δέκα-δώδεκα της διμοιρίας, όσοι είχαν περισσέψει και δεν τους πήρε μέσα ο θανατερός κλοιός. Κατόπιν ακολουθούσαν οι δυο άλλες διμοιρίες του λόχου. Σακατεμένος! Σακατεμένος ο ζηλεμένος μας λόχος! Μπροστά μας περνούσε ένα ακρωτηριασμένο κορμί χτεσινού λεβέντη.
Ο κόσμος πύκνωνε συνέχεια λαχανιασμένος. Φτάνανε καινούριοι από παντού. Βουβά όμως όλοι, βουβά κι ευλαβικά. Ακουγόταν κοφτά «κραπ-κρουπ! κραπ-κρουπ!» ο βηματισμός του λόχου στο σκληρό δρόμο. Ξαναδοκίμασαν μερικοί να φωνάξουν ζήτω, αλλά δεν είχαν φωνή. Κόντευε να σκάσει ο κόσμος. Και τότε, σήκωσε ένας τα χέρια του ψηλά κι άρχισε να χειροκροτεί, δυνατά, απεγνωσμένα. Έγινε τότε σα νάχε αρχίσει απότομα χοντρό χαλάζι πάνω στις στέγες της πόλης. Ξέσπασε και το πλήθος, άναρθρο γοερό ξέσπασμα. Οι αντάρτες, τους τίναξε ένα αλλοιώτικο ξάφνιασμα πάλι. Μια στιγμή κινδύνεψαν να τους λυγίσει η ταραχή τους, άστραψαν όμως αμέσως τα πρόσωπά τους, τινάχτηκε ο Γκούρας, τόπιασε απ’ τη μέση το ωραίο τραγούδι μας:
 «...όποιος θέλει στο πλευρό μας
να αγωνιστεί παιδιά
ας πυκνώσει το στρατό μας
με ατρόμητη καρδιά
ας πυκνώσει το στρατό μας
με ατρόμητη καρδιά!...».
Τάρπαξε μαζί του κι όλος ο λόχος, το πήρε κι ο λαός. Φτάσαμε κι εμείς, βγήκαμε μπροστά στο ένδοξο τμήμα, χειροκροτώντας κι εμείς με όλο το πλήθος, γέμισαν τα μάτια μας δάκρυα, παραμεράγαμε κατόπιν να κάμουμε τόπο για να περάσει η τιμημένη φάλαγγα. Πίσω μας, τότε, απ’ την πλατεία, ακούστηκε άλλη ραγισμένη κραυγή:
― Ψυχή βαθειάαα! Ψυχή βαθειά, λεβέντες μου! Ψηλά τα κεφάλια, ήρωες!
(Ο Παπαζήσης, ζαλισμένος απ’ την ταραχή του κι απ’ το χτύπημα που μας είχε βρει).
Στην πλατεία άλλο πλήθος, αραδιάζονταν συγκινημένοι, άρχισαν να χειροκροτούν κι αυτοί. Στη μέση στην πλατεία στάθηκε ο λόχος. Πλησιάσαμε εμείς, το αρχηγείο του τάγματος, φιλήσαμε τους τρεις πούχαν γλυτώσει, της χαμένης διμοιρίας. Κάποιος απ’ το πλήθος έσκουξε:
― Κουράγιο, παλληκάριααα!
Κι ένας άλλος κακιώθηκε αμέσως δυνατά:
― Δε χρειάζονται κουράγιο!
Ένας συναγωνιστής, της οργάνωσης, βγήκε μπροστά, χλωμός, ταραγμένος, τυλιγμένος στο παλτό του, ξεσκούφωτος και είπε λίγα λόγια. Ζήτησε απ’ όλους να γίνει ενός λεπτού σιγή. Βουβάθηκε με μιας η πόλη σα να της πήρες την ανάσα. Έμεινε ακίνητο κι αχνό όλο εκείνο το πλήθος. Έπεφταν νωθρές οι αραιές νιφάδες το χιόνι. Άρχισε τότε κάπου μια φωνή:
― Επέ-εεε-σααα-τε θύ-υυμα-αατα αδέ-εερφιααα εσείς... σε άαα-νισο μά-αααχη κι αγώωωνααα.
Ταλαντεύτηκε στην αρχή μια στιγμή, ύστερα δυνάμωσε σταθερά σ’ ολόκληρη την πλατεία... γέμισε η ψυχή μας από το πένθος μας... ήρθαν και κατέβηκαν ανάμεσά μας οι αγαπημένοι μας νεκροί, αιμόφυρτοι, φευγάτοι για πάντα.
Πήγαν κατόπιν οι άντρες στα καταλύματά τους, τους περιτριγύρισε ο κόσμος μόλις έλυσαν τους ζυγούς, τους πήραν, να τους περιποιηθούν, να τους τιμήσουν. Εμείς κρατήσαμε τους τρεις γλυτωμένους, πήγαμε και καθήσαμε, και ώρα πολλή μείναμε ν’ ακούμε το δράμα που μας είχε βρει...
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ «ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ» - ΤΟΜΟΣ Γ΄

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Πολεμικές οφειλές και εγκληματίες πολέμου στην Ελλάδα - Τι απέγιναν οι σφαγείς του Διστόμου; Την Παρασκευή 6 Ιανουαρίου στις 18.30 στο Μουσείο Θυμάτων Ναζισμού στο Δίστομο


Γιατί δεν πλήρωσαν ποτέ οι Σφαγείς του Διστόμου!

Παρουσίαση βιβλίου για τις επανορθώσεις στην Μαρτυρική Κωμόπολη

Τι απέγιναν οι Σφαγείς του Διστόμου; Γιατί 73 χρόνια μετά δεν υπάρχει δικαίωση για τα θύματα; Γιατί δεν πληρώνει τις οφειλές της η Γερμανία;

Στα ερωτήματα αυτά και σε όλο το πλέγμα των θεμάτων που άπτονται της δράσης και της τιμωρίας των εγκληματιών πολέμου και της διεκδίκησης των γερμανικών επανορθώσεων προς την Ελλάδα, φιλοδοξούν να απαντήσουν δυο προσωπικότητες με ειδικές γνώσεις και δράση γύρω από αυτά και μάλιστα σε έναν ιδιαίτερα φορτισμένα τόπο- το Μαρτυρικό Δίστομο!

Το ''Μουσείο Θυμάτων Ναζισμού Διστόμου'', ένας φορέας που μήνα το μήνα, έτος το έτος έχει αποκτήσει τελευταία μια εξαιρετική επισκεψιμότητα απ΄όλη την Ελλάδα, διοργανώνει την Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017, στις 6.30 μ.μ., εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου της Δρ Νεότερης Ιστορίας Δέσποινας -Γεωργίας Κωνσταντινάκου με τίτλο ''Πολεμικές οφειλές και εγκληματίες πολέμου στην Ελλάδα - Ψάχνοντας την ηθική και υλική δικαίωση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο''. Η συγγραφέας και η Χριστίνα Ι.Σταμούλη, Νομικός και Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, η οποία ασχολείται ενεργά με τις γερμανικές επανορθώσεις επί σειρά ετών, θα παραθέσουν όλα τα σχετικά- νομικά, διπλωματικά κ.α.- βήματα που έγιναν - ή δεν έγιναν!

Με την συμμετοχή δε του κοινού θα συζητήσουν για όλες τις σχετικές πτυχές και θα επιχειρήσουν να δώσουν απαντήσεις :

-Έκαναν άραγε οι ελληνικές κυβερνήσεις όλα τα απαραίτητα βήματα προκειμένου να εξασφαλίσουν την ηθική και υλική δικαίωση;

-Αναγνώρισαν οι πρώην κατακτητές την ευθύνη τους, αποδεχόμενοι να συμβάλουν στην εκκαθάριση των συνεπειών που προκάλεσε ο πόλεμος;

-Αποδόθηκε η πρέπουσα τιμωρία σε αυτούς που διενήργησαν τόσο εκτεταμένα εγκλήματα πολέμου- μεταξύ των οποίων και τη Σφαγή του Διστόμου Βοιωτίας;

-Τα θύματα αυτών των εγκλημάτων έλαβαν την αποζημίωση που δικαιούνταν;

- Τι ήταν η «Σύμβασις μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας περί παροχών υπέρ Ελλήνων υπηκόων θιγέντων υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως», που υπογράφτηκε στις 18 Μαρτίου 1960;

-Η ελληνική πολιτεία έλαβε την κατάλληλη επανόρθωση προκειμένου να οργανώσει εκ νέου τις δομές της και να ανασυγκροτήσει την κατεστραμμένη οικονομία της;

- Πως αποτιμάται σήμερα η απόφαση της Χάγης για το Δίστομο;

-Τι έχει γίνει τα τελευταία χρόνια για την εκτέλεση της απόφασης του Πρωτοδικείου Λιβαδειας για το Δίστομο;

Η εκδήλωση εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα δράσεων της Διοικούσας Επιτροπής του ''Μουσείου Θυμάτων Ναζισμού Διστόμου'' που φιλοδοξεί να αναπτυχθεί καθ όλη την διάρκεια του έτους. Συνδιοργανωτές στην εκδήλωση, που θα γίνει στην αίθουσα προβολών του Μουσείου,

είναι το Αρχείο Ιωάννη Σταμούλη,
οι εκδόσεις Αλεξάνδρεια
και τα βιβλιοπωλεία ''Σύγχρονη Έκφραση'' στη Λιβαδειά 
και ''Μαίανδρος''-Ρουσάκη στο Δίστομο

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Τα δέκα (συν δύο παιδικά) βιβλία που προτίμησαν οι αναγνώστες του βιβλιοπωλείου μας το 2016


Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο: Μυθιστόρημα
Ισίδωρος Ζουργός
Εκδόσεις Πατάκη
780 σελ.



Η υπέροχη φίλη μου
Έλενα Φερράντε
Εκδόσεις Πατάκη
436 σελ.


Σέρρα
Η ψυχή του Πόντου: Μυθιστόρημα
Γιάννης Καλπούζος
Ψυχογιός
640 σελ.


Confiteor
Ζάουμε Καμπρέ
Πόλις
736 σελ.



Δίστομο 10 Ιουνίου 1944: Το ολοκαύτωμα
Ιστορία, χρονικά, μαρτυρίες, αναμνήσεις, καταγραφές, λογοτεχνικές προσεγγίσεις, διεκδικήσεις
επιμέλεια: Γιώργος Χ. Θεοχάρης
Σύγχρονη Έκφραση
552 σελ.


Χάλκινο γένος: Μυθιστόρημα
Μαρία Σκιαδαρέση
Εκδόσεις Πατάκη
625 σελ.


Παπούτσια με φτερά
Μαρία Παπαγιάννη
Εκδόσεις Πατάκη
278 σελ.


Μετά φόβου
Ελένη Πριοβόλου
Εκδόσεις Καστανιώτη
720 σελ.


ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ
καπετάν Νικηφόρος (Δημήτρης Δημητρίου)
Εκδόσεις Παρασκήνιο
τρίτομο έργο


Η ιστορία ενός στρατιώτη (1918-1922)
Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τις ελληνικές εκστρατείες
Χρήστος Καραγιάννης
επιμέλεια: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής
Κέδρος  
293 σελ.


Μύθοι και ιστορίες της αρχαίας Βοιωτίας
Αριστείδης Κ. Ρούσσαρη
Σύγχρονη Έκφραση
87 σελ.

Η δασκάλα των χρωμάτων
Κατερίνα Δημόκα
Μεταίχμιο
64 σελ.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Ε.Χ. Γονατάς, «Ο βιβλιοπώλης και ο πιστός πελάτης του»

Ε.Χ. Γονατάς, «Ο βιβλιοπώλης και ο πιστός πελάτης του»

Το αφήγημα βρίσκεται στο βιβλίο του Ε.Χ. Γονατά «ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΡΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ» των εκδόσεων ΣΤΙΓΜΗ (2006)  με γραφή πολυτονική.


Όπως κάθε φορά που η τύχη τον ευνοούσε και κατάφερνε να ξετρυπώσει μια καλή παρτίδα παλιά βιβλία ή χειρόγραφα, έτσι και χθες ο καλός φίλος μου, ο Θόδωρος ο παλαιοβιβλιοπώλης, με πήρε στο τηλέφωνο να με ειδοποιήσει, ώστε να είμαι πάλι εγώ από τους πρώτους, αν όχι ο πρώτος, ευνοούμενους της ερευνητικής διαλογής: «Έγινε γερή ψαριά, φίλε μου. Σε περιμένω να με ξαλαφρώσεις. Έλα το συντομότερο». Το συντομότερο ήταν η επομένη το πρωί, αφού σήμερα το απόγεμα, ημέρα Τετάρτη, τα καταστήματα δεν ανοίγουν.
Η αναγνωρισμένη όμως τρέλλα μου για τα βιβλία (που την παρώξυνε κάποια νύξη του Θόδωρου ότι, στη νέα συγκομιδή, του φάνηκε πώς πήρε το μάτι του κι ένα σπανιότατο αντίτυπο της Συναγωγής Αισωπείων Μύθων σε έκδοση Φραγκφούρτης του 1610, δεμένο με άσπρο μαλακό, ευλύγιστο προβατήσιο δέρμα) με υποχρέωσε να περάσω από το παλαιοβιβλιοπωλείο το ίδιο απόγεμα, μήπως κι ο Θόδωρος, παρ’ ελπίδα, ήταν ανοιχτός. Όμως όχι. Νομοταγής και υπάκουος τηρητής των Κανονισμών ωραρίου εργασίας της δημοτικής και της αστυνομικής Αρχής είχε το μαγαζί του κλειστό. Αυτό πάντως εμένα δεν μ’ εμπόδισε, μιας και είχα κάνει τον κόπο να φτάσω ως εκεί, να κοιτάξω μεσ’ απ’ τα τζάμια της κλειστής εξώθυρας, όπου αντίκρυσα σε μια γωνιά έναν λοφίσκο από βιβλία να διαγράφεται κάτω από ένα κιτρινισμένο σεντόνι. Η κορυφή της πυραμίδας είχε υποχωρήσει από την ακατάστατη και βιαστική τοποθέτηση των βιβλίων και αρκετά από αυτά πρόβαλαν από το πανί ενώ άλλα κείτονταν σκόρπια στο δάπεδο. Κοιτούσα μαγεμένος, με κομμένη ανάσα, και με κατέβαλε όπως πάντα το ίδιο δέος. Α, και να μπορούσα να τα θαυμάσω ένα-ένα, να τα πάρω στο χέρι μου, να τα ψαχουλέψω και να τα χαϊδέψω ! Όμως αυτό που αισθάνθηκα ξαφνικά ξεπερνούσε τις επιταγές κάθε λογικού και φυσικού νόμου. Ένιωσα στα ρουθούνια μου τη γνώριμη μυρωδιά κουφέτου που αποπνέει το μισοσαπισμένο χαρτί των παμπάλαιων εντύπων, τα οποία έχουν μείνει χρόνια ολόκληρα στο σκοτάδι χωρίς καμιά επαφή με τον ήλιο και τον καθαρό αέρα. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να συμβεί, γιατί η απόσταση που με χώριζε απ’ τα βιβλία ήταν αρκετή, πάνω από τρία μέτρα, και τα χοντρά κρύσταλλα της εξώθυρας στέκονταν εμπόδιο ανυπέρβλητο. Και όμως η έντονη μυρωδιά που ανάδιναν με μεθούσε.
Έφυγα ανικανοποίητος, κυνηγημένος από τα βιβλία, και γύρισα σπίτι, όπου κοιμήθηκα έναν ύπνο ταραγμένο όλο εφιάλτες. Ξύπνησα απότομα νωρίς το πρωί με την αίσθηση ότι κρατώ κάποιο βιβλίο στο χέρι. Δεν βαστούσα όμως τίποτα παρά μόνο το κουρέλι αυτού του ονείρου.

Στις οχτώμισι βρισκόμουν έξω από το μαγαζί του Θόδωρου. Χτυπώ, ξαναχτυπώ την ξύλινη πόρτα ασφαλείας, που δεν υπήρχε χθες και η οποία κάλυπτε τώρα πίσω της τα χοντρά κρύσταλλα. Κανένα φως απ’ το παράθυρο, καμιά φωνή από μέσα. Αφού έμεινα έτσι κάπου μια ώρα περιμένοντας, ένας άνθρωπος με μαύρο κουστούμι εμφανίστηκε και, αφού με παραμέρισε ευγενικά, ήλεγξε σχολαστικά τον αριθμό και την επιγραφή του μαγαζιού και
κόλλησε στην πόρτα ένα χαρτί. Ήταν το αγγελτήριο θανάτου του Θόδωρου, που είχε πεθάνει τη νύχτα στον ύπνο του και του οποίου η κηδεία είχε οριστεί για την επομένη στις τρεις το απόγεμα, από το κοιμητήριο της Αγίας Μάρθας του δημοτικού κοιμητηρίου. Μαύρη απελπισία με τύλιξε κι έμπηξα μια δυνατή κραυγή πόνου. Την ίδια στιγμή, ρίχνοντας μια ματιά στο γραμματοκιβώτιο της εισόδου, είδα να εξέχει από τη φαρδειά σχισμή του ένας χοντρός φάκελλος. Πλησίασα και διάβασα το όνομά μου καλλιγραφημένο επάνω του από το χέρι του Θόδωρου. Ο φάκελλος είχε ένα βιβλίο μέσα. Ήταν το Ονειροκριτικόν του Αχμέτ Αμπού Μπαζάρ, σε έξοχη έκδοση μικρού σχήματος Λιψίας, δεμένο κομψά με πράσινο δέρμα στη ράχη και στις γωνιές, και μαρμαρόκολλα στις επιφάνειες, η οποία απεικόνιζε μωβ και κίτρινες θαλασσιές ανεμώνες και μέδουσες.
Ήταν το μεταθανάτιο δώρο του Θόδωρου. Το πιο πολύτιμο δώρο που μου έκανε ποτέ κανείς !
πηγή: 
 Ομάδα για το Βιβλίο, Φιλοσοφική Σχολή, ΕΚΠΑ
Ψηφίδες από τη ζωή των βιβλίων

Το ελληνικό βιβλίο από τον 20ο στον 21ο  αιώνα 

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Στιγμιότυπα από τα εγκαίνια έκθεσης της Ομάδας Φωτογραφίας της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς με θέμα: Ιστορίες Ανάγνωσης




Ιστορίες Ανάγνωσης 
από την Ομάδα Φωτογραφίας 
της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς 
στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Σύγχρονη Έκφραση
Διάρκεια έκθεσης:
Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016 έως Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Φωτογραφίες από τα εγκαίνια




Και χαλαρή κουβεντούλα με κρασάκι με τους φίλους μέχρι αργά το βράδυ





Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Έκθεση φωτογραφίας με θέμα ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ από την Ομάδα Φωτογραφίας της Δ.Κ.Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς στο βιβλιοπωλείο "σύγχρονη έκφραση"

Ιστορίες Ανάγνωσης
Έκθεση Φωτογραφίας
  
Η Ομάδα Φωτογραφίας της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λεβαδείας 
σας προσκαλεί στα εγκαίνια της Έκθεσης Φωτογραφίας με τίτλο:

Ιστορίες Ανάγνωσης
την Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016 και ώρα 8:00 μ.μ.
Η έκθεση πραγματοποιείται στο πατάρι του βιβλιοπωλείου:
Σύγχρονη Έκφραση
Διάρκεια έκθεσης:
-->
 Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016 έως Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017